45. Μνήμη εργασίας και παρατεταμένη προσοχή: Πώς επηρεάζουν την αναγνωστική επίδοση των μαθητών;
Επιτελικές λειτουργίες και ανάγνωση[1]
Οι κύριες συνιστώσες των επιτελικών λειτουργιών περιλαμβάνουν μία σειρά από δεξιότητες οι οποίες είναι η επικέντρωση της προσοχής, ο προγραμματισμός, η αναστολή παρορμήσεων, η μνήμη εργασίας και η εναλλαγή δραστηριοτήτων.

Οι επιτελικές δεξιότητες μας επιτρέπουν:
- να ξεκινάμε μία δραστηριότητα,
- να αναστέλλουμε την επίδραση άσχετων ερεθισμάτων,
- να επιλέγουμε τους σχετικούς στόχους που αφορούν την εργασία μας,
- να σχεδιάζουμε και να οργανώνουμε τα μέσα που πρόκειται να αξιοποιήσουμε για την επίλυση τυχόν προβλημάτων που μπορεί να προκύψουν,
- να παρακολουθούμε και να αξιολογούμε την επιτυχία των στρατηγικών που επιστρατεύσαμε για να δώσουμε μία λύση στα ζητήματα που παρουσιάστηκαν και
- να μπορούμε να αλλάζουμε με ευελιξία αυτές τις στρατηγικές.

Οι επιτελικές λειτουργίες έχουν καθολικές επιδράσεις στη μάθηση και την επίτευξη στόχων, συμπεριλαμβανομένης της κατάκτησης του μηχανισμού της ανάγνωσης.
Στην ανάγνωση, οι επιτελικές λειτουργίες εμπλέκονται στην κατάκτηση τόσο των δεξιοτήτων ανάγνωσης λέξεων όσο και των δεξιοτήτων αναγνωστικής κατανόησης. Ωστόσο, δεν είναι σαφές εάν οι συνιστώσες από τις οποίες απαρτίζονται οι επιτελικές λειτουργίες ασκούν επίδραση η καθεμία ξεχωριστά ή αλληλοκαλυπτόμενα, ώστε να είναι εφικτή η ακριβής πρόβλεψη ως προς την κατάκτηση του μηχανισμού της ανάγνωσης από τους μαθητές.
Αυτό συμβαίνει επειδή οι επιτελικές λειτουργίες είναι μια σύνθεση από αλληλένδετες γνωστικές ικανότητες οι οποίες συνεργάζονται στενά προκειμένου να ρυθμίσουν τη σκέψη του ανθρώπου αλλά και τον τρόπο δράσης του.
Ενώ η πλειονότητα των συνιστωσών των επιτελικών λειτουργιών είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την κατάκτηση της ανάγνωσης, η μνήμη εργασίας και η παρατεταμένη προσοχή (sustained attention) είναι δύο επιτελικές δεξιότητες αναπόσπαστα αλληλένδετες μεταξύ τους οι οποίες σχετίζονται πολύ ισχυρά με τη μάθηση και την σχολική/ακαδημαϊκή επίδοση.

Η δυναμική της μνήμης εργασίας για την αναγνωστική επίδοση[1], [3]
Όταν μαθαίνουν οι μικροί μαθητές να διαβάζουν, η αποκωδικοποίηση των γραμμάτων της αλφαβήτου θέτει μεγάλες προκλήσεις στη μνήμη εργασίας τους. Για να μπορέσει ένα παιδί να αποκωδικοποιήσει μια λέξη, πρέπει να μετατρέψει με διαδοχική σειρά τα γράμματα σε ήχους. Αυτή η διαδικασία περιλαμβάνει την αναγνώριση των μεμονωμένων γραμμάτων της κάθε λέξης καθώς και την προσωρινή αποθήκευση των αντίστοιχων ήχων στο μυαλό τους μέχρι οι μικρός αναγνώστες να κατορθώσουν να «μεταφράσουν» και το τελευταίο γράμμα της λέξης. Στη συνέχεια, οι μαθητές πρέπει να συνδυάσουν την αλληλουχία των ήχων ώστε να μπορέσουν να διαμορφώσουν τη λέξη που διαβάζουν σε προφορικό λόγο.

Η προσωρινή αποθήκευση και ο χειρισμός των γραμμάτων μίας λέξης, εξ ορισμού, εξαρτάται από τη δυναμική (capacity) της μνήμης εργασίας. Το 2012 Ιρλανδοί ερευνητές μελετώντας μία ομάδα μαθητών ηλικίας 8–16 ετών οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα ότι η μνήμη εργασίας μπορεί να αποτελέσει τον μοναδικό δείκτη πρόβλεψης ως προς την ικανότητα ανάγνωσης λέξεων.

Σε άλλη έρευνα σχετικά με τον εντοπισμό της συσχέτισης της μνήμης εργασίας με την αναγνωστική κατανόηση, που δημοσιεύθηκε το 2014, διαπιστώθηκε ότι μαθητές που παρουσίαζαν υψηλές επιδόσεις στις ασκήσεις που αφορούσαν τη μνήμη εργασίας, κατά κύριο λόγο, είχαν καλές δεξιότητες αναγνωστικής κατανόησης. Από τη συγκεκριμένη έρευνα επιβεβαιώθηκε όμως και το αντίστροφο, ότι δηλαδή, μαθητές με χαμηλές βαθμολογίες στις δοκιμασίες που είχαν να κάνουν με τη μνήμη εργασίας έτειναν να έχουν επίδοση κάτω του μέσου όρου στα τεστ κατανόησης αναγνωστικών κειμένων. Ακόμη, μαθητές των οποίων κατά την αξιολόγηση η επίδοση της μνήμης εργασίας τους ήταν χαμηλή, συνήθως είχαν απόδοση κάτω από τα αναμενόμενα επίπεδα σε πολλούς ακαδημαϊκούς τομείς.

Τέλος, από άλλη έρευνα έχει εξακριβωθεί ότι σε σχέση με τον δείκτη ευφυίας (IQ), οι δυνατότητες της μνήμης εργασίας των μαθητών στην αρχή της υποχρεωτικής εκπαίδευσης αποτελούν πιο ισχυρό προγνωστικό παράγοντα για την επακόλουθη ακαδημαϊκή επιτυχία αυτών τόσο στον τομέα του αλφαβητισμού όσο και σε αυτόν των μαθηματικών.
Η ικανότητα διατήρησης της προσοχής και η αναγνωστική επίδοση[1], [2]
Ο όρος παρατεταμένη προσοχή (sustained attention) ορίζεται ως η ενδογενής διατήρηση της εγρήγορσης και της εστίασης της προσοχής για αρκετό χρονικό διάστημα. Η ικανότητα επικέντρωσης της προσοχής παρατεταμένα έχει εξακριβωθεί ότι είναι κρίσιμης σπουδαιότητας για την αναγνωστική κατανόηση διότι για να κατανοήσει ο αναγνώστης σωστά ένα κείμενο απαιτείται από εκείνον να μπορεί να διακρίνει τα σχετικά οπτικά ερεθίσματα και να διατηρεί την εστίασή του σε αυτά όσο ο χρόνος περνά καθώς συνεχίζεται η ανάγνωση.

Το 2014 σε μια ευρείας κλίμακας μελέτη σε εφήβους διαπιστώθηκε ότι η ικανότητα επικέντρωσης της προσοχής για παρατεταμένο χρονικό διάστημα ήταν σημαντικός προγνωστικός δείκτης για την αναγνωστική τους κατανόηση. Περαιτέρω ερευνητικά στοιχεία που αναμφισβήτητα αποδεικνύουν το πόσο σημαντική είναι αυτή η ικανότητα ώστε να μπορεί ο αναγνώστης να καταλαβαίνει τα όσα διαβάζει προέρχονται από μελέτες που εξακριβώνουν ότι οι δυσκολίες στην κατανόηση αναγνωστικών κειμένων εντοπίζονται σε παιδιά που δεν μπορούν να επικεντρώσουν την προσοχή τους [κάπου] για αρκετή ώρα.
Η βαρύτητα της ικανότητας διατήρησης της προσοχής στην ανάγνωση λέξεων είναι λιγότερο αντιληπτή από τους επιστήμονες σε σχέση με την σπουδαιότητα που αυτή έχει για την κατανόηση κειμένων ανάγνωσης. Πάντως, οι γνωστικοί μηχανισμοί που σχετίζονται με την προσοχή θεωρείται από τους ερευνητές ότι διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στην ανάγνωση λέξεων και ειδικότερα στην κατάκτηση της ευχερούς ανάγνωσης.

Μπορεί όμως να συμβαίνει και το αντίστροφο, δηλαδή οι περιορισμένες αναγνωστικές δεξιότητες κάποιου ανθρώπου μπορεί να συνεπάγονται αποτυχία στην εστίαση της προσοχής. Σε αυτό κατέληξαν το 2009 ερευνητές από το National Autonomous University of Mexico ο οποίοι δημοσίευσαν μία έρευνα που διεξήγαγαν οι ίδιοι σύμφωνα με την οποία οι αδύναμοι αναγνώστες υπολείπονται της ικανότητας να εστιάζουν την προσοχή τους όταν βλέπουν ένα οπτικό ερέθισμα (γιατί δεν ενεργοποιείται η ανώτερη βρεγματική περιοχή του εγκεφάλου τους), γεγονός που θα μπορούσε να επιφέρει ανισορροπία στους γνωστικούς μηχανισμούς οι οποίοι, κατά βάση, αναστέλλουν [την εμφάνιση] άσχετων με την ανάγνωση πληροφοριών (καθότι παρουσιάζεται μεγαλύτερη ενεργοποίηση στην περιοχή του προμετωπιαίου φλοιού του εγκεφάλου).
Κατ’ επέκταση, η έλλειψη της ικανότητας εστίασης της προσοχής καθιστά τους αδύναμους αναγνώστες λιγότερο προετοιμασμένους να αποκωδικοποιούν γραφήματα, και αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει περαιτέρω προβλήματα στο συνεχές της επεξεργασίας της ανάγνωσης, όπως ελλείμματα στη φωνολογική επεξεργασία.

Η «συνεργασία» της μνήμης εργασίας και της παρατεταμένης προσοχής[1]
Η μνήμη εργασίας και η ικανότητα επικέντρωσης της προσοχής για παρατεταμένο χρόνο «συνεργάζονται» στενά προκειμένου να ρυθμίζουν κάθε φορά τη σκέψη και τη συμπεριφορά του ανθρώπου προς την επίτευξη του στόχου που ο ίδιος έχει θέσει. Οι ερευνητές έχουν διαπιστώσει ότι άνθρωποι που έχουν μνήμη εργασίας πιο υψηλής δυναμικής (high capacity working memory) είναι περισσότερο ικανοί να ελέγχουν την προσοχή τους συγκριτικά με ανθρώπους των οποίων η μνήμη εργασίας είναι πιο χαμηλής δυναμικής (low capacity working memory). Αυτό το εύρημα, όπως και άλλα, υποδηλώνουν ότι οι διαφορές που παρατηρούνται από άτομο σε άτομο (individual differences) ως προς τη δυναμική που έχει η μνήμη εργασίας τους αντικατοπτρίζουν τις διαφορές που ενυπάρχουν σε αυτούς ως προς τον έλεγχο της προσοχής τους.

Το 2014 ερευνητές αξιολόγησαν σε μία ομάδα εφήβων τον ρόλο που διαδραματίζει η δυναμική της μνήμης εργασίας και η ικανότητα ελέγχου της προσοχής στην ανάγνωση λέξεων και την αναγνωστική κατανόηση. Διαπιστώθηκε ότι τόσο η ικανότητα διατήρησης της προσοχής όσο και η δυναμική της μνήμης εργασίας μπορούν από μόνες τους να αποτελέσουν δείκτες πρόβλεψης της αναγνωστικής κατανόησης. Επίσης, οι ερευνητές αυτής της μελέτης συνεπέραναν ότι η μνήμη εργασίας, αλλά όχι η διατήρηση της προσοχής, μπορεί από μόνη της να προβλέψει την ικανότητα ανάγνωσης λέξεων.
References
[1]García-Madruga, J. A. et al. (2014) ‘Executive processes, reading comprehension and academic achievement in 3th grade primary students’, Learning and Individual Differences, 35 (10), pp. 41-48. doi: https://doi.org/10.1016/j.lindif.2014.07.013
[2]Silva-Pereyra, J et al. (2009) ‘Poor reading skills may involve a failure to focus attention’, Neuroreport 21(1), pp.34-38. doi: https://doi.org/doi:10.1097/WNR.0b013e328332c566 Also, available at: https://www.researchgate.net/publication/40483626_Poor_reading_skills_may_involve_a_failure_to_focus_attention
[3]Slattery, E. J. et al. (2021) ‘Contributions of working memory and sustained attention to children’s reading achievement: A commonality analysis approach’, Cognitive Development, 58, April–June, p. 101028. doi: https://doi.org/10.1016/j.cogdev.2021.101028
Extras
Edutopia (2019) What’s Executive Function—and Why Does it Matter? [youtube] 15 August. Available at: https://www.youtube.com/watch?v=JhbNxXbJ5qw (Accessed: 25 September 2023)
Howcast (2011) Why Is Reading Fluency Critical? | Reading Lessons [youtube] 17 June. Available at: https://www.youtube.com/watch?v=F-Y16QWR8H8 (Accessed: 26 September 2023)
Reading Rockets (2018) Sylvia Diehl: Executive functioning and reading comprehension [youtube] 17 December. Available at: https://www.youtube.com/watch?v=yhD3-51_dQk (Accessed: 25 September 2023)






